Με μια προσεκτική ματιά στους αριθμούς παρατηρούμε μια απόκλιση στην
κατανομή των δαπανών μεταξύ των επιχειρήσεων διαφορετικού μεγέθους. Οι
μεγαλύτερες και οι πιο σημαντικές συστημικά επιχειρήσεις έχουν εδώ και
πολλά χρόνια ρυθμιστικό έλεγχο και διατηρούν την προσοχή τους σε
ξεχωριστούς τομείς, όπως είναι η διαχείριση κινδύνου, η αναφορά
κινδύνου, η κεφαλαιακή επάρκεια και η ρευστότητα. Αντίθετα, οι
επιχειρήσεις με σύνολο ενεργητικού μικρότερο των 10 δισ. δολαρίων
επικεντρώνονται τώρα στην ανάπτυξη ικανοτήτων που θα τις βοηθήσουν να
αντεπεξέλθουν στις νέες ρυθμιστικές απαιτήσεις που αρχικά εφαρμόστηκαν
στους μεγαλύτερους οργανισμούς και τώρα προσεγγίζουν κλιμακωτά και τους
μικρότερους.
Η πλειοψηφία των
οργανισμών που συμμετείχαν στην έρευνα (58%) σχεδιάζουν να αυξήσουν τον
προϋπολογισμό τους για τη διαχείριση κινδύνου για τα επόμενα τρία
χρόνια, ενώ ένα 17% προβλέπει ετήσια αύξηση 25% ή και περισσότερο. Αυτό
είναι ιδιαίτερα σημαντικό καθώς, το 39% των μεγάλων οργανισμών - κυρίως
εκείνων που εδρεύουν στη Βόρεια Αμερική- ανέφεραν ότι έχουν πάνω από 250
εργαζόμενους πλήρους απασχόλησης στο τμήμα διαχείρισης κινδύνου.
Η διαχείριση κινδύνου στην ατζέντα του διοικητικού συμβουλίου
Μαζί με την αύξηση των δαπανών, η διαχείριση κινδύνου γίνεται ένα πολύ
σημαντικό θέμα που συμπεριλαμβάνεται στην ατζέντα των συνεδριάσεων των
διοικητικών συμβουλίων. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας, το 94%
των διοικητικών συμβουλίων των εταιριών αφιερώνει περισσότερο χρόνο στην
εποπτεία διαχείρισης κινδύνου συγκριτικά με τον αντίστοιχο χρόνο που
διέθετε για τον ίδιο σκοπό πέντε χρόνια πριν. Το 80% των υπευθύνων
διαχείρισης κινδύνου αναφέρεται απευθείας είτε στο διοικητικό συμβούλιο ή
στο Διευθύνοντα Σύμβουλο (CEO). Επιπλέον, το 98% των διοικητικών
συμβουλίων ή των επιτροπών διαχείρισης κινδύνου επανεξετάζει τακτικά τις
αναφορές διαχείρισης κινδύνου, σημειώνοντας αύξηση από το 85% όπου
βρισκόταν το 2010.
Η Αλεξάνδρα
Κωστάρα, FSI Partner της Deloitte δήλωσε: «Η οικονομική κρίση έχει φέρει
μεγάλες αλλαγές στις πρακτικές διαχείρισης κινδύνου των
χρηματοοικονομικών οργανισμών, με αυστηρότερο ρυθμιστικό πλαίσιο που
χρήζει όλο και περισσότερης προσοχής από τη διοίκηση και αλλά και
μεγαλύτερη προσπάθεια προς αποτελεσματικότερη διαχείριση κινδύνου και
συμμόρφωση. Συνεπώς, η διαχείριση κινδύνου δε θα πρέπει να θεωρείται
ρυθμιστική επιβάρυνση. Αντ' αυτού, θα πρέπει να ενσωματωθεί στο πλαίσιο,
τη φιλοσοφία και την κουλτούρα του οργανισμού προκειμένου να επιτευχθεί
μια αποδοτική διαχείριση κινδύνου για ολόκληρο το χρηματοοικονομικό
οργανισμό».
«Γνωρίζοντας ότι ένας
αριθμός κανονιστικών απαιτήσεων παραμένουν εν αναμονή, οι
χρηματοοικονομικοί οργανισμοί πρέπει να σχεδιάσουν για τις μελλοντικές
αυτές απαιτήσεις αλλά και να αναπτύξουν τις πολιτικές και τις αρχές
γύρω από την διαχείριση του κινδύνου, τις δεξιότητες ανάλυσης και τις
προσπάθειες για την ποιότητα των δεδομένων τους σήμερα. Οι οργανισμοί
που θα επιτύχουν να τα εφαρμόσουν αυτά θα σταθεροποιήσουν την πορεία
τους παρά το διαρκώς μεταβαλλόμενο τοπίο της διαχείρισης κινδύνου».
«Από την έρευνα προκύπτει ότι οι χρηματοοικονομικοί οργανισμοί
εμπιστεύονται όλο και περισσότερο τις δυνατότητες τους στη διαχείριση
κινδύνου, αλλά επίσης αναγνωρίζουν πού υπάρχουν κενά. Η ανησυχία
παραμένει στον τομέα του λειτουργικού κινδύνου που έχει άμεση σχέση με
την διασφάλιση της ασφάλειας και της βιωσιμότητας τους Αυτό είναι ένα
κενό που πρέπει να αντιμετωπιστεί.»
Για να διαβάσετε ολόκληρη την έκθεση, μπορείτε να επισκεφθείτε τον ακόλουθο σύνδεσμο: